Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

HURTS @ Block 33 Thessaloniki 25.03.2011

Ημέρα εθνικής επετείου εχθές και ο ηλιόλουστος καιρός βοήθησε σημαντικά στην καλή διάθεση του κόσμου. Η παράδοση συνεχίστηκε,ο κόσμος κατέβηκε στις κατά τόπους παρελάσεις,η μυρωδιά του μπακαλιάρου πλημμύρισε ολόκληρη την Θεσσαλονίκη,το τσίπουρο και το κρασί άφθονο και όλη η μέρα προμηνύονταν εξαιρετική.

Αυτήν ακριβώς την ημέρα της εθνικής εορτής επέλεξαν οι HURTS για να έρθουν από τα μέρη μας. Η ακύρωση των εμφανίσεων τους στην Ελλάδα το περασμένο Φθινόπωρο ξενέρωσε αρκετούς,η βαρύτητα του ονόματος τους όμως και η ποιότητα της μουσικής τους δύσκολα θα άφηνε το συγκεκριμένο live να περάσει απαρατήρητο.

Φτάνοντας στο χώρο του Block 33 λίγο πριν τις 22:00 είδα τα πράγματα κάπως υποτονικά.Θα μου πείτε φυσικά ότι υπήρχε η ιδιαιτερότητα της ημέρας και η ευκαιρία για αποδράσεις το τριήμερο,δικαολογίες όμως που μοιάζουν ανούσιες αν αναλογιστούμε την φρενίτιδα που είχε πιάσει τον μουσικό κόσμο της πόλης για την συγκεκριμένη εμφάνιση! Μπαίνοντας για τα καλά στον χώρο διεξαγωγής της συναυλίας δεν θα πρέπει αν ήταν μέσα περισσότεροι από 450 άνθρωποι,οι οποίοι όμως ευτυχώς έμοιαζαν να έχουν μπόλικη ενέργεια! Μεγάλη ευθύνη γι' αυτό φέρει μια από τις πλέον σεμνές και συμπαθητικές φυσιογνωμίες που συναντάμε πίσω από τα decks στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Ο Μανώλης Σταυρουλάκης δεν νομίζω πως χρειάζεται συστάσεις στους Θεσσαλονικείς. Ένας άνθρωπος με την πείρα του και την ποιότητα των ηχητικών επιλογών του αποτέλεσσε σίγουρα την ιδανική οδό "προθέρμανσης" για την εμφάνιση των HURTS! Με ένα καλοδομημένο set που κράτησε περίπου μέχρι τις 23:05 έδωσε στο κοινό τον απαραίτητο ηλεκτρισμό γι' αυτό που θα ακολουθούσε στη συνέχεια!


Η ώρα είχε φτάσει αισίως 23:15 όταν ο φωτισμός χαμήλωσε αισθητά και οι HURTS εμφανίστηκαν στη σκηνή με ένα κοινό περίπου 600 ατόμων να τους επευφυμεί.. Άγγλοι πραγματικά στο ραντεβού τους (καθώς είχαν πει ότι θα εμφανιστούν ακριβώς εκείνη την ώρα) και έχοντας τον αέρα της καλύτερης Pop μπάντας αυτή τη στιγμή στον πλανήτη (μάλιστα είχαν λάβει το σχετικό βραβείο στη Γερμανία το προηγούμενο κιόλας βράδυ) ξεκίνησαν μαζί με το κοινό ένα ταξίδι που για τα 70' που ακολούθησαν έμοιαζε μαγικό! Το όλο σκηνικό στήσιμο τους ήταν το αρτιότερο που έχω δει μέχρι στιγμής στον χώρο του Block 33,με τους Theo Hutchcraft και Adam Anderson σε πρωταγωνιστικό ρόλο και τρεις ακόμα μουσικούς μαζί με έναν τενόρο να τους πλαισιώνουν! Από τις πρώτες κιόλας νότες του Unspoken (με το οποίο ξεκίνησε η εμφάνιση τους) μέχρι το Better Than Love (με το οποίο και μας αποχαιρέτησαν) οι HURTS απέδειξαν με τον πλέον εμφατικό τρόπο,γιατί ο μουσικός τύπος τους έχει χαρακτηρίσει σας τους νέους Depeche Mode. Στο καθαρά μουσικό κομμάτι όλες οι συνθέσεις τους αποδώθηκαν με τρόπο πραγματικά εκπληκτικό που αν δεν έβλεπες αυτό που γινόταν με τα ίδια σου τα μάτια θα μπορούσες να πιστέψεις πως ακούς κάποιο CD να παίζει. Στον ερμηνευτικό τομέα ο Hutchcraft είναι ένας πραγματικά προικισμένος ερμηνευτής. Με βελούδινη φωνή,η οποία άλλοτε γινόταν σπαρακτική,άλλοτε ερωτική μα πάντα τόσο έντονα συγκινησιακή έδωσε ένα πραγματικό ρεσιτάλ επί σκηνής. Η επαφή του με το κοινό πολύ καλή (πράγμα που δεν συνάδει με την ψυχρή και άκρως επαγγελματική γενικότερα συμπεριφορά τους) και αντίστοιχα το κοινό υπήρξε όπου χρειάστηκε η τέλεια φωνητική συνοδεία για την μπάντα. Οι δηλώσεις για το πόσο ευτυχισμένοι νιώθουν που ήρθαν στην Ελλάδα ήταν λίγο πολύ αναμενόμενες,όμως δίχως να τους έχω ξαναδεί να εμφανίζονται ζωντανά μου προκάλεσε έκπληξη η εικόνα του Theo Hutchcraft να πετά στο κοινό λευκά τριαντάφυλλα (έμαθα μάλιστα ότι τα είχαν ζητήσει από την παραγωγή αλλά δεν γνώριζα το λόγο) γεγονός που μου έφερε στο μυαλό πρακτικές που ακολουθούσαν οι μεγάλες νεορομαντικές μπάντες των 80's. Αν έψαχνα για highlights στη βραδιά θα δυσκολευόμουν πάρα πολύ,γιατί όλη τους η εμφάνιση ήταν μοναδική! Ξεχώρισα όμως στα σίγουρα τις ερμηνείες στα Wonderful Life,Sunday,Illuminated και Stay όπου δεν θα ήταν υπερβολή να έλεγα ότι άγγιξαν το όριο του θεϊκού!

Στο ερώτημα για το αν οι HURTS είναι η μεγαλύτερη Pop μπάντα αυτή τη στιγμή στον πλανήτη η απάντηση θα ήταν 100% καταφατική. Πρόκειται σίγουρα για μια μπάντα που έχει μελετήσει διεξοδικά την νεορομαντική και synth-pop μουσική σκηνή της δεκαετίας του '80 και έχει ενσωματώσει στον ήχο της όλα εκείνα τα στοιχεία που θα τον καταστήσουν μεγαλειώδη! Κάποιοι τους έχουν χαρακτηρίσει επίσης σαν καβαλημένους και ίσως εν μέρει να έχουν δίκιο. Όταν όμως ένα σχήμα με τόσο μικρό ηλικιακό Μ.Ο. είναι σε θέση να δίνει shows τέτοιας υψηλής ποιότητας νομίζω ότι η όποια ιδιορρυθμία τους είναι απόλυτα δικαιολογημένη!

Στα της παραγωγής αξίζει για πολλοστή φορά ένα μεγάλο μπράβο στα παιδιά της Lovelight Productions! Πιθανώς ήταν η πιο πολυδάπανη ως τώρα παραγωγή που έχουν κάνει,αλλά τόσο το αισθητικό,όσο και το ηχητικό αποτέλεσμα τους δικαίωσαν πλήρως!
Για το κοινό που παραβρέθηκε στην συγκεκριμένη συναυλία θα πω μονάχα πως ήταν πολύ τυχερό. Είμαι βέβαιος ότι απόλαυσαν αυτά τα 70' παρουσίας των HURTS επί σκηνής,ενώ η συμμετοχή τους ήταν σε ορισμένα σημεία συγκλονιστική. Μοναδικό μελανό σημείο,κατά την γνώμη μου πάντα,του συγκεκριμένου event η χαμηλή,τηρουμένων των αναλογιών,προσέλευση κόσμου. Όπως είπα και παραπάνω ούτε η εθνική εορτή ούτε το τριήμερο αποτελούν ικανές δικαιολογίες. Με ένα εισιτήριο που ήταν σε προσιτότατη τιμή,περίμενα σίγουρα ένα ασφυκτικά γεμάτο Block 33! Δυστυχώς διαψεύστηκα και για πολλοστή φορά αποδείχθηκε ότι ορισμένα ονόματα "δεν αξίζουν" στο μουσικό κοινό αυτής της πόλης!

Για την ιστορία το setlist της μαγικής αυτής εμφανίσεις περιελάμβανε τα :



Unspoken
Silver Lining
Wonderful Life
Happiness
Blood,Tears & Gold
Evelyn
Sunday
Mother Nature
Verona
Devotion
Confide in Me
Illuminated
Stay

.......................

Better Than Love





Κείμενο – Φωτογραφίες: Γιώργος Παρδάλης

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

MANOWAR-CROSSWIND LIVE @ PRINCIPAL CLUB THEATER 18-3-2011


Ένα ταξίδι στην Θεσσαλονίκη για τους Manowar.
Τι είναι άραγε πιο σημαντικό? Το ταξίδι ή ο προορισμός? Στην συγκεκριμένη περίπτωση και τα δύο. Το ραντεβού δόθηκε το πρωί της Παρασκευής στο κέντρο της Αθήνας και το “bus of glory” ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι του για το Βορρά γεμάτο με τους πιστούς των Βασιλιάδων. Το διασκεδαστικό road trip τα είχε όλα. Γέλια, φωνές, πειράγματα, άφθονο αλκοόλ, heavy metal ύμνους στη διαπασών αλλά και αγωνία, ανυπομονησία και άγχος για την ώρα άφιξης καθώς και για το τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Όσοι είχαμε ζήσει την κρυάδα του ’99 αλλά είχαμε αποζημιωθεί πλήρως το ’07 φανταζόμασταν μια εμφάνιση ανάλογη του March Metal Day.
Φτάνοντας κυριολεκτικά με την ψυχή στο στόμα στον χώρο του event συναντήσαμε αρκετό πλήθος να περιμένει στην είσοδο. Η σχετικά αργοπορημένη άφιξη μας σε συνδυασμό με τον ενδελεχή έλεγχο στην είσοδο του club, μας στοίχισαν την έναρξη του live. Τον δύσκολο ρόλο της προετοιμασίας του κοινού ανέλαβαν οι Θεσσαλονικείς Crosswind που κινούνται στο χώρο του speed/power metal και με την απόδοση τους άφησαν πολύ κόσμο με το στόμα ανοιχτό. Ο ήχος τους ήταν καθαρός, δυνατός και συμπαγής αγγίζοντας τα όρια του εξαιρετικού (κάτι που σπάνια συμβαίνει). Άψογη τεχνική, φοβερό δέσιμο, με αέρα μεγάλης μπάντας και μια εκπληκτική φωνάρα, οι Crosswind είναι από τα group που διογκώνουν τις προσδοκίες του κοινού για το μέλλον με τέτοιες εμφανίσεις αλλά και που μας κάνουν να νιώθουμε, για ακόμα μια φορά, υπερήφανοι για την Ελληνική σκηνή.
Είχε έρθει η ώρα του sound check και όταν ακούστηκε το χτύπημα της “μπότας” από τα drums το μέρος σείστηκε κυριολεκτικά κάνοντας μας να τρέμουμε την ώρα που θα βγούνε στη σκηνή καθώς αναμέναμε έναν καταιγιστικό ήχο, όπως και έγινε. Μάλιστα κάποιος δίπλα μου είπε εκείνη τη στιγμή: ”…αν είναι έτσι η ένταση θα κουφαθούμε…τουλάχιστον οι τελευταίες νότες που θα ακούσουμε θα είναι Manowar…”.
Αρκετές φορές στο παρελθόν είχα σκεφτεί πόσο ωραίο θα ήταν να δει κανείς μια τόσο μεγάλη μπάντα, όχι σε κάποιο festival που μπορεί μέρος του κοινού να είναι αδιάφορο, αλλά σε ένα μικρό club που θα έχουν μαζευτεί οι σκληροπυρηνικοί οπαδοί του group….
Λίγο μετά τις 22.00 λοιπόν τα φώτα έσβησαν και το χαρακτηριστικό intro με τη φωνή του Orson Welles έσκισε την ατμόσφαιρα: ”Ladies & gentlemen, from the United States of Americaall hail….Manowar”!!! Χωρίς περιττές χαιρετούρες και εισαγωγές οι Manowar έπαιξαν ολόκληρο το Battle Hymns και οι στιγμές που ζήσαμε έχουν περάσει πλέον ανεπιστρεπτί στην ιστορία. Μεγάλη συγκίνηση και πόρωση στο κόκκινο την ώρα που αθάνατοι ύμνοι σαν τα “Dark Avenger” & “Battle Hymn” ξεχείλιζαν από τα ηχεία, οι Ελληνικές σημαίες ανέμιζαν, όλα τα χέρια στον αέρα και τη μπάντα σε μεγάλα κέφια να δίνει στον κόσμο ατσάλι φανερώνοντας ξανά την τεράστια και ωμή συναυλιακή της δύναμη.
Το set που ακολούθησε ήταν λίγο πολύ αναμενόμενο αλλά και άκρως ικανοποιητικό με αρκετούς νεότερους οπαδούς να είναι λίγο μουδιασμένοι στα “Let The Gods Decide”, ”Hand Of Doom”, ”Thunder In The Sky” & ”God Or Man”. Όσον αφορά το ίδιο το συγκρότημα…
Ο Eric Adams χωρίς να πιέζεται ιδιαίτερα απέδειξε ξανά γιατί θεωρείται από πολλούς το καλύτερο λαρύγγι στο Heavy Metal. Ο Carl Logan, κρατώντας χαμηλό προφίλ όπως πάντα, απέδωσε τα μέγιστα τόσο στα παλιά όσο και στα καινούρια κομμάτια. Ο Donnie Hamzik, τον οποίο και δεν είχα ξαναδεί ποτέ ζωντανά, φρόντισε να κάνει όλο το χώρο να σείεται με το εκπληκτικό παίξιμο του. Όσο για τον De Maio…..
Ο πολυπράγμων ηγέτης των Manowar συνηθίζει όταν η μπάντα επισκέπτεται μια χώρα να μαθαίνει κάποιες λέξεις ή φράσεις στην εκάστοτε γλώσσα και να τις μοιράζεται με τον κόσμο, κάτι το οποίο βρίσκω έξυπνο αλλά και ιδιαίτερα τιμητικό. Είναι ο δικός του μοναδικός τρόπος για να πει ευχαριστώ. Στην δικιά μας περίπτωση όμως το παράκανε….και τον ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό. Μόλις πήρε το μικρόφωνο και ξεκίνησε δεν είχε σταματημό. Ο De Maio φρόντισε να μας ανυψώσει ηθικά, κάτι που κανονικά έπρεπε άλλοι να κάνουν, με φράσεις του τύπου: “Θεσσαλονικείς, Μακεδόνες, Αθηναίοι, Σπαρτιάτες…όλοι ενωμένοι”, ”οι Manowar βρίσκονται στη χώρα των θεών…στον Όλυμπο”, ”απόγονοι του Αχιλλέα και του Μεγάλου Αλεξάνδρου είστε ήρωες”. Και όλα αυτά σε πολύ καλά Ελληνικά με τον κόσμο να φωνάζει και να τον ακολουθεί πιστά. Με μεγάλη μου έκπληξη τον άκουσα να φωνάζει : ”Heavy Metal ρε μ@@@@ά” και είμαι σίγουρος για το ποιος “έβαλε το χεράκι του” στο να ειπωθεί αυτό….
Η εξάντληση συναντά την απόλυτη ικανοποίηση καθώς η συναυλία οδεύει προς το τέλος της και αρκετοί σκέφτονται, εκτός από το ταξίδι του γυρισμού, την επόμενη φορά που θα τους δούμε.
Είναι αρκετά δύσκολο για έναν φανατικό οπαδό να περιγράψει επακριβώς τα όσα ζήσαμε εκείνο το βράδυ γι’ αυτό και θα κλείσω με μία φράση περιεκτική και αληθινή….
THE WORLD IS NOT ENOUGH FOR MANOWAR
FUCK THE UNIVERSE
HAIL & KILL
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Γρηγόρη “Heavy Load” Βαρσάμη που οργάνωσε την εκδρομή, στους συνταξιδιώτες μου, στο φίλο μου τον Γιάννη που μαζί “τραβήξαμε το κουπί” των 1000 και βάλε χιλιομέτρων σε λιγότερο από 24 ώρες καθώς και όλους τους παρευρισκομένους που με την συγκλονιστική συμμετοχή τους δημιούργησαν μια απίστευτη ατμόσφαιρα…
MANOWAR Setlist:
Manowar
Death Tone
Metal Daze
Fast Taker
Shell Shock
Dark Avenger
Battle Hymn
Guitar Solo
Brothers Of Metal
Blood Of My Enemies
Heart Of Steel
Bass Solo
Hail & Kill
Thunder In The Sky
God Or Man
Let The Gods Decide
Hand Of Doom
Kings Of Metal
The Power
ENCORE:
Warriors Of The World United
Sign Of The Hammer
Black Wind, Fire & Steel
Κείμενο: Αντώνης Κοντογιάννης

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Paradise Lost @ Fuzz Club 18.3.11 : Draconian Times in Athens

Πριν μερικά χρόνια ξεκίνησε από κάποια συγκροτήματα η μόδα της παρουσίασης ενός ολόκληρου δίσκου (συνήθως του πιο διάσημου κάθε μπάντας) κατά τη διάρκεια ζωντανών εμφανίσεων. Η μόδα αυτή στις μέρες μας έχει γίνει αρκετά δημοφιλής και εφαρμόζεται από πολλά συγκροτήματα. Οι Βρετανοί gothic metallers και τακτικοί επισκέπτες της χώρας μας Paradise Lost ένιωσαν ότι ήρθε και η δική τους σειρά να το κάνουν και επέλεξαν να διοργανώσουν μια μίνι περιοδεία επτά συναυλιών στις οποίες θα παρουσίαζαν ολόκληρο το Draconian Times – τον κατά γενική ομολογία καλύτερο δίσκο τους. Τρεις από αυτές τις συναυλίες λαμβάνουν χώρα στην πατρίδα μας και σήμερα ήταν η πρώτη από αυτές!

Φτάνουμε στο Fuzz Club τρέχοντας, τελευταίοι από την παρέα μας, αργοπορημένοι και καταϊδρωμένοι. Απ’ έξω δεν είναι σχεδόν κανείς, όλος ο κόσμος έχει μπει στο συναυλιακό χώρο. Από μήνυμα φίλου έμαθα πως οι Scar Of The Sun είχαν ήδη παίξει – ας όψεται η δουλειά που το χάσαμε. Μπαίνοντας στο Fuzz Club με πιάνει η ψυχή μου: ο κόσμος είναι μέχρι τις πόρτες. Οπλιζόμαστε με κουράγιο και αποφασίζουμε να προχωρήσουμε προς τα εμπρός προς αναζήτηση των δικών μας. Εκτός από παρέα όμως, ήθελα να έχω μια καλή θέση για την πρώτη φορά που θα έβλεπα τους Paradise Lost. Μετά από λίγη ώρα και πολλά συνωστισμένα μεταλλικά κορμιά, καταφέρνουμε και βρίσκομαι μπροστά και δεξιά, σε ένα χώρο πολύ κοντά στη σκηνή όπου τα πράγματα ήταν πολύ άνετα! Ακριβώς στις 21:50 η μπάντα ανεβαίνει στη σκηνή. Εισαγωγούλα με πλήκτρα για λίγη ώρα και ξεκινάνε, όπως αναμενόταν, με το Enchantment. Χαμός από κάτω, το κοινό μπαίνει πολύ άμεσα και ζεστά στο κλίμα της συναυλίας χτυπώντας παλαμάκια και τραγουδώντας τους στίχους. Ο Holmes φαίνεται σε πολύ καλή κατάσταση (είναι λαχείο το πως θα τον πετύχεις σε συναυλία). Φυσιογνωμικά με το μαλλί μέχρι τον ώμο και το ξανθό του μούσι σχεδόν μοιάζει με τον Varg Vikernes!
Η συνέχεια είναι προδιαγεγραμμένη, μιας και όλοι ξέρουμε πως παρευρισκόμαστε σε μια συναυλία που θα παιχτεί ολόκληρο το Draconian Times. Ο Holmes ρωτάει «do you want to hear some Draconian Times?» Χαμός στο κοινό! «That’s convenient. Thats what youre gonna get.» «Μη μιλάς, παίξε» του φωνάζει κάποιος από το κοινό και η μπάντα αρχίζει το υποβλητικό Hallowed Land, κατά τη διάρκεια του οποίου τα «οοο οοο οοο» από το κοινό πάνε κι έρχονται. Τα πιο γνωστά και ακουσμένα κομμάτια του δίσκου βρίσκονται στην αρχή του, οπότε η συναυλία «μοιραία» ακολουθεί αυτή την πορεία. Συνέχεια με The Last Time και Forever Failure λοιπόν και όπως είναι λογικό στο κοινό γίνεται χαμός, όλοι τραγουδάνε.
Η απόδοση του συγκροτήματος κινείται σε πολύ υψηλά επίπεδα και το ερώτημα περί του καλού δεσίματος του νέου drummer Adrian Erlandsson με τους υπόλοιπους απαντάται με καταφατικό τρόπο. Μετά τα «χιτάκια» ήρθε η ώρα για λίγα γκάζια. Once Solemn στα ηχεία και από κάτω γίνεται crowd surfing από λίγους και …moshpit από πολύ περισσότερους! Συνέχεια με το αργόσυρτο Shadowkings, για να ηρεμήσουμε λίγο. Το συγκρότημα κινείται γύρω από το δίπολο Holmes/Mackintosh στον τομέα της σύνθεσης και κάτι παρόμοιο παρατηρούμε και στον τομέα της εκτέλεσης. Για τα πολύ καλά φωνητικά του Holmes τα είπαμε, η κιθάρα του βασικού συνθέτη Greg Mackintosh έχει πρωταγωνιστικό ρόλο (ίσως λίγο πιο πρωταγωνιστικό απ’ ό,τι θα έπρεπε, μιας και κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα του Fuzz καταπιέζοντας τα υπόλοιπα όργανα και τα φωνητικά), τα riffs του και τα solos του είναι ουσιαστικά και απολαυστικά. Στην άλλη άκρη της σκηνής ο έτερος κιθαρίστας, ο βράχος Aaron Aedy, κερδίζει τις εντυπώσεις με τη σκηνική του παρουσία τραγουδώντας τους στίχους χωρίς να έχει μικρόφωνο, κάνοντας headbanging χωρίς να έχει μαλλιά και διπλώνοντας το κορμί του στα δύο από την πώρωση. Έχουμε περάσει στο δεύτερο μισό του δίσκου, στα κομμάτια δηλαδή που στην πλειοψηφία τους δεν ακούγονται τακτικά σε συναυλίες των Paradise Lost. Elusive Cure, Yearn For Change, Hands Of Reason, I See Your Face και Shades of God είχαν καιρό να παιχτούν ζωντανά. Εξαιρείται το παρθένο Jaded, το οποίο δεν είχε παιχτεί ποτέ και παίχτηκε για πρώτη φορά ζωντανά στη συγκεκριμένη συναυλία, αφιερωμένο μάλιστα στον σεσημασμένο επί εικοσαετία οπαδό John Marks που ήταν και παρών, άρτι αφιχθείς από την Αγγλία. Το κοινό σε αυτό το μέρος είναι πιο ήρεμο – τελικά όσοι φανατικοί οπαδοί κι αν υπάρχουν ανάμεσα στο κοινό μιας συναυλίας, τα γνωστά κομμάτια είναι πάντα αυτά που θα παίρνουν το περισσότερο χειροκρότημα και τις περισσότερες σταγόνες ιδρώτα.
Μετά το Jaded οι Paradise Lost αποσύρονται στα παρασκήνια, όμως ύστερα από λαϊκή απαίτηση στο γνωστό παιχνίδι του encore, ξαναβγαίνουν στη σκηνή. Το encore ξεκινάει με το Faith Divides UsDeath Unites Us από τον πιο πρόσφατο δίσκο που λειτουργεί ως ζέσταμα για το True Belief που ακολουθεί και τραγουδιέται από όλους. Στο καπάκι παίρνουμε One Second και Say Just Words από το 1997 για να ολοκληρωθεί το encore. Ο Mackintosh και ο Aedy πετάνε τις πένες τους στο κοινό, ο Erlandsson πετάει τις μπαγκέτες του και από τα ηχεία ακούγονται για μια ακόμα φορά κατά τη διάρκεια της βραδιάς Metallica. Φαίνεται ότι η συναυλία κάπου εδώ έχει τελειώσει. Παρόλα αυτά, το κοινό καλεί επίμονα τους Lost για να παίξουν λίγο ακόμα και αυτοί μας κάνουν τη χάρη. Βγαίνουν και πάλι στη σκηνή, φαινομενικά απρογραμμάτιστα, και ο πληκτράς τους ξεκινάει την εισαγωγή του …Mr.Crowley. Τελικά ο Holmes προλογίζει το The Enemy, ξεκινάνε να το παίζουν, αλλά τους σταματάει! Το κοινό αρχίζει να φωνάζει «Sweetness» και τελικά ακούμε αυτό το b-side του 1994 (πάντως το είχαν παίξει και στο soundcheck, οπότε μάλλον θα το έπαιζαν έτσι κι αλλιώς). Για το τέλος ο Holmes λέει ότι θα παίξουν άλλο ένα και καλεί το κοινό να επιλέξει δια βοής μεταξύ Eternal και As I Die – στη μονομαχία κερδίζει τελικά το δεύτερο, όλος ο κόσμος το τραγουδάει κατά παραγγελία του Holmes ο οποίος πλέον είναι κουρασμένος και αφήνει μερικά σημεία. Μετά από μιάμιση περίπου ώρα, οι Paradise Lost αποχωρούν οριστικά δίνοντας ραντεβού για την επόμενη μέρα.
Εν κατακλείδι, οι Paradise Lost στην πολλοστή εμφάνισή τους στη χώρα μας έδωσαν κάτι διαφορετικό στο πιστό τους κοινό που πήγε να τους παρακολουθήσει για μια ακόμα φορά. Μια πολύ καλή συναυλία που περιείχε την παρουσίαση ενός αγαπημένου ακούσματος της εφηβείας πολλών από εμάς που ταυτόχρονα είναι και ένας από τους σημαντικότερους δίσκους της σκληρής μουσικής για τη δεκαετία του ’90. Μια συναυλία διανθισμένη με ορισμένα παλιά hits, πασπαλισμένη με την πολύ καλή απόδοση των Paradise Lost και την ενθουσιώδη ανταπόκριση του κοινού. Μοναδικό αρνητικό ο όπως πάντα μέτριος ήχος του Fuzz, όμως αυτό δε θα μπορούσε να κλέψει τις εντυπώσεις από όλα τα υπόλοιπα θετικά. Στα συν το φτηνό merchandise όπου τα μπλουζάκια πωλούνταν προς 15€ και το τελευταίο album προς 8€.

Setlist:
Enchantment
Hallowed Land
The Last Time
Forever Failure
Once Solemn
Shadowkings
Elusive Cure
Yearn For Change
Shades Of God
Hands Of Reason
I See Your Face
Jaded
---
Faith Divides Us - Death Unites Us
True Belief
One Second
Say Just Words
---
Sweetness
As I Die


Κείμενο: Παντελής Κουρέλης
Φωτογραφίες:
Tania, Πέτρος Μελίδης

Ulrich Schnauss-Larry Gus @ Block 33 12/03/2011


Το περασμένο ΠΣΚ κατά γενική ομολογία ήταν ένα πολύ φορτωμένο με δρώμενα τριήμερο για την πόλη της Θεσσαλονίκης. Το χειρότερο όλων ήταν ότι τα τρία από τα πολλά δρώμενα που έλαβαν χώρα στην πόλη γινόταν το Σάββατο και μάλιστα σε χώρους που ήταν κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλο. Από όλα αυτά εγώ επέλεξα να παρακολουθήσω τον πρωτοπόρο της post-electronica Ulrich Schnauss και η επιλογή αυτή με δικαίωσε απόλυτα!

Φτάνοντας λίγο πριν τις 22:00 στο χώρο του Block 33 αντίκρισα μια εικόνα που είχα αρκετά χρόνια να δω στη συγκεκριμένη περιοχή. Η θέση για parking ήταν κάτι παραπάνω από δυσεύρετη, σε ακτίνα πολύ μεγαλύτερη της αναμενόμενης (δεν είναι και λίγο πράγμα να είναι σχεδόν πίτα από την Πύλη Αξιού μέχρι το Block 33). Σε αυτό το χάος συνέβαλλε κατά πολύ και το Erotic Dream Festival που διεξαγόταν στο χώρο του γειτονικού Porto Palace Hotel (ερωτική πόλη η Θεσσαλονίκη εξάλλου). Παρόλα αυτά βρήκα κάπου να αφήσω το αυτοκίνητο και φτάνοντας κυριολεκτικά στον συναυλιακό χώρο με περίμενε μια δεύτερη έκπληξη! Το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στα ταμεία ήταν πολύ και για μια στιγμή νόμισα ότι ξαφνικά το μουσικό κοινό της πόλης "φωτίστηκε" και αποφάσισε να στηρίξει αυτό το ομολογουμένως ιδιαίτερο live! Για κακή μου τύχη όμως σύντομα έπεσα από το συννεφάκι που είχα καβαλήσει καθώς πληροφορήθηκα ότι την ίδια βραδιά, στον ίδιο χώρο γινόταν και η συναυλία του Παύλου Παυλίδη, η οποία μάλιστα άγγιξε τα όρια του sold-out. Φαίνεται πως το παρελθόν του στα Ξύλινα Σπαθιά και οι ποιοτικές προσωπικές δουλειές του άγγιξαν πιο πολύ το μουσικόφιλο κοινό της πόλης παρά το γεγονός ότι είναι συχνός επισκέπτης στη Θεσσαλονίκη!

Η αθρόα προσέλευση του κοινού στο main stage συν το γεγονός ότι το σετ του Παυλίδη επεκτάθηκε σημαντικά (τόσα πολλά encore χρόνια είχα να δω σε συναυλία) συνετέλεσαν σε μεγάλο βαθμό στην καθυστέρηση της έναρξης της εμφάνισης του Schnauss! Μέσα σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες ο Larry Gus βγήκε για το δικό του σετ μπροστά σε ένα κοινό που άγγιζε τα 150 άτομα. Θα έπρεπε να ντρέπομαι που λέω ότι δεν είχα ιδέα για τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη καθώς η εμφάνιση του με εξέπληξε πολύ ευχάριστα. Σαφέστατα επηρεασμένος από την Γερμανική ηλεκτρονική σκηνή και με αναφορές που ξεκινούσαν από τους παραμορφωμένους ήχους του krautrock μέχρι την shoegaze και early industrial μουσική φρόντισε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο να ζεστάνει το ολοένα αυξανόμενο κοινό. Τα όμορφα μουσικά ηχοτοπία που δημιουργούσε φρόντιζε σε ορισμένα σημεία να τα "ντύσει" και με ορισμένα φωνητικά τα οποία έκαναν το αποτέλεσμα ακόμα πιο ελκυστικό και έκαναν το σετ του, που διήρκεσε λίγο παραπάνω από μια ώρα, την ιδανική εισαγωγή γι' αυτό που θα παρακολουθούσαμε αργότερα!

Ο Ulrich Schnauss είναι ένας καλλιτέχνης που δεν χρειάζεται συστάσεις και σίγουρα δεν έχει να αποδείξει τίποτα σε κανέναν. Είτε μόνος του, είτε με τη συνοδεία κάποιας μπάντας έχει ένα μοναδικό τρόπο να σου δημιουργεί εικόνες και συναισθήματα μαγικά. Και αυτό ακριβώς έπραξε με το που πάτησε το πόδι του στη σκηνή. Με ένα σετ που εξελίχθηκε λεπτό προς λεπτό από μια chilling εμπειρία σε ένα ασταμάτητο κύμα ήχων ικανό να σε οδηγήσει σε οργασμικές εξάρσεις!

Το σετ του χωρίστηκε σε τρία μέρη. Στο πρώτο, για περισσότερο από μία ώρα έπαιξε δίχως σταματημό πότε παράγοντας ήχους μέσα από το laptop του και πότε παίζοντας πλήκτρα. Στο δεύτερο μέρος κινήθηκε σε πιο χορευτικούς ήχους, ανεβάζοντας σταδιακά το ρυθμό και την ένταση και στο τρίτο κυριολεκτικά αποτελείωσε το κοινό με ένα δίχως υπερβολή ηχητικό όργιο. Μετά την κορύφωση, μας επανέφερε στην πραγματικότητα με ένα encore όπου οι ρυθμοί ήταν σαφώς πιο υποτονικοί, για να μας αποχαιρετήσει λίγο μετά τις 02:00 αφήνοντας το κοινό που τον παρακολούθησε με τις καλύτερες δυνατές εντυπώσεις.

Προσωπικά έχοντας δει τον Schnauss πλαισιωμένο από μπάντα βίωσα μια "ξένη" προς εμένα εικόνα του καλλιτέχνη η οποία μου άφησε μια ελάχιστη ευτυχώς δόση αμφιβολίας! Δυστυχώς το πιο "ξένο" σε όλη αυτή την εμφάνιση ήταν το stage πάνω στο οποίο εξελίχθηκε. Είναι σαφές πως ο Παύλος Παυλίδης αποδείχθηκε πιο εμπορικός, αλλά από την στιγμή που και το μικρό stage είναι σε χρήση χρειάζεται κάποιες ενισχύσεις. Τι κι αν τα dub step και hip-hop events που κατά καιρούς φιλοξενεί δεν χρειάζονται τίποτα περισσότερο από ένα σκοτεινό και βιομηχανικό σκηνικό. Καλλιτέχνες σαν τον Schnauss χρειάζονται τουλάχιστον τον υποτυπώδη φωτισμό για να μπορέσουν να υποστηρίξουν ακόμα καλύτερα το show που προσφέρουν στο κοινό. Κάποια εντονότερα φώτα, κάποια φωτορυθμικά και γιατί όχι και ένα video wall για προβολές θα ήταν ιδανικές προσθήκες κατά τη γνώμη μου!

Για τον κόσμο δεν θα πω πολλά! Με την πληθώρα των events ήταν αναμενόμενο να μην έχει πολύ κόσμο αυτή η συναυλία, αλλά είναι πραγματικά απογοητευτικό να βλέπεις άλλα live να κινούνται στα όρια του sold out (χωρίς στην ουσία να έχουν να παρουσιάσουν κάτι το σημαντικό) και τέτοια live να σημειώνουν τόσο χαμηλή προσέλευση. Πιθανότατα είναι και αυτό ένα σημείο των καιρών, γιατί δεν θα ήθελα να πιστεύω πως είναι έλλειψη μουσικής κουλτούρας γι' αυτή την πόλη!

Κλείνοντας θέλω να δώσω τα συγχαρητήρια μου στο κοινό που παραβρέθηκε για να δει ζωντανά τον Ulrich Schnauss,αλλά και στην διοργανώτρια εταιρεία η οποία δεν διστάζει να φέρνει στην πόλη "δύσκολα" live με εισιτήρια που δεν είναι απαγορευτικά! Περιμένουμε έναν καυτό συναυλιακό Μάρτιο και έναν άκρως ενδιαφέροντα συναυλιακό Απρίλιο!


Κείμενο : Γιώργος Παρδάλης

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Wishbone ash live @ Gagarin 27.2.11

Κανένα από τα αγαπημένα μας συγκροτήματα δεν έχει προκύψει από παρθενογένεση – όλα έχουν επηρεαστεί από «συναδέλφους» τους, άλλα σε μικρότερο κι άλλα σε μεγαλύτερο βαθμό. Ένα συγκρότημα που έχει επηρεάσει πάρα πολλές μπάντες του σκληρού ήχου (αναφέρω τους Judas Priest και τους Iron Maiden ως τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα) επέστρεψε στη χώρα μας για δύο «ειδικές» συναυλίες το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, μία στο Αγρίνιο και μία στην Αθήνα. Αναφέρομαι στους Wishbone Ash , πρωτομάστορες της σύνθεσης και εκτέλεσης rock τραγουδιών με διπλές lead κιθάρες.

Συγκεκριμένα, αυτοί που ήρθαν ήταν οι Wishbone Ash του Martin Turner, μιας και υπάρχουν και οι Wishbone Ash του Andy Powell (αυθεντικά μέλη και οι δύο). Βλέπετε, το όνομα “Wishbone Ash” δεν είναι πατενταρισμένο από κάποιο μέλος αποκλειστικά κι έτσι μπορούν να το χρησιμοποιήσουν και τα τέσσερα αρχικά μέλη (οι άλλοι δύο βέβαια, ο κιθαρίστας Ted Turner και ο ντράμερ Steve Upton έχουν αποσυρθεί από τη μουσική).
Σε αυτό το κάλεσμα παλιού, κλασικού rock δεν ανταποκρίθηκαν πάρα πολλοί – στο Gagarin συγκεντρωθήκαμε περίπου 300-400 άτομα. Η πρόγευση ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα, μιας και περιελάμβανε μια από τις σπάνιες εμφανίσεις των συμπατριωτών μας «Διαφυγόν Κέρδος». Συγκρότημα εδώ και πάνω από 30 χρόνια, με καταβολές στο ‘60s rock και πολύ καλή απόδοση επί σκηνής μιας και ήταν αρκετά δεμένοι. Έπαιξαν τόσο δικά τους κομμάτια όσο και διασκευές, η δε ανταπόκριση του κοινού απέναντί τους ήταν ζεστή. Έκλεισαν με το Gloria των Them στο οποίο ενσωμάτωσαν μέρη από τραγούδια των Doors και Beatles.
Η ώρα είχε πάει περίπου 22:30 και όλοι περιμέναμε τους Wishbone Ash του Martin Turner.
Όπως ήταν ήδη γνωστό, το συγκρότημα κατά τη διάρκεια του set του θα εκτελούσε ολόκληρο το μυθικό album Argus (γι’ αυτό και η αναφορά μου περί «ειδικών συναυλιών» στην πρώτη παράγραφο – μόνο στην Ελλάδα έγινε αυτό). Στις 22:45 και ενώ ένα μεγάλο μαύρο δίχτυ είχε πέσει μπροστά στη σκηνή του Gagarin για να γίνουν οι απαραίτητες προετοιμασίες, η βρετανική τετράδα πάτησε το σανίδι. Το δίχτυ έφυγε από τη μέση και ξεκίνησαν οι πρώτες νότες του Doctor, το οποίο διαδέχτηκε το αειθαλές Blind Eye από τον πρώτο δίσκο. Ο Martin Turner έστησε τη μπάντα πριν μερικά χρόνια με σκοπό να παίζει τραγούδια της κλασσικής περιόδου των Ash (οι Ash του Powell εξακολουθούν να γράφουν καινούργιο υλικό και στα setlists τους περιλαμβάνουν κομμάτια από όλες τις περιόδους του συγκροτήματος) και έτσι ήμασταν προετοιμασμένοι για το τι θα ακούγαμε.Το συγκρότημα φαίνεται καλοδουλεμένο όσον αφορά το εκτελεστικό μέρος και οι δύο κιθαρίστες, δηλαδή το πιο χαρακτηριστικό κομμάτι του ήχου των Wishbone Ash, συνεργάζονται και αλληλοσυμπληρώνονται πολύ όμορφα. Συνέχεια με το χαλαρό Ballad Of The Beacon και μετά με το γκρουβάτο RockN Roll Widow, στο οποίο ο Danny Willson (στην κιθάρα του οποίου για κάποιον άγνωστο σε μένα λόγο υπήρχε το σήμα των …Opeth) τα πήγε περίφημα όσον αφορά και το φωνητικό μέρος.
Όσο το set προχωρούσε και δεν ακουγόταν νότα από το Argus (Persephone, το outsider Diamond Jack) μου περνούσε όλο και περισσότερο από το μυαλό ότι η βραδιά θα έχει δύο sets και πως το δεύτερο θα ήταν το Argus. Τελικά είχα δίκιο – μετά από τρομερή εκτέλεση του έπους F.U.B.B και των δύο μερών του The Way Of The World, ο Martin μας αποχαιρέτησε προτρέποντάς μας να γεμίσουμε τα ποτήρια μας όπως θα έκαναν κι αυτοί και μας έδωσε ραντεβού σε 15 λεπτά.

Άγγλοι στο ραντεβού τους οι Wishbone Ash, ανέβηκαν και πάλι στη σκηνή μετά από την προκαθορισμένη ώρα. Είχα φροντίσει να βρεθώ λίγο πιο κοντά στη σκηνή για το δεύτερο set. Έναρξη με το Time Was, η αργή, λυρική του εισαγωγή ήταν ιδανική για αρχή και μετά μπήκαν όλα τα όργανα και κέντησαν.
Ο ήχος, όπως σχεδόν πάντα στο Gagarin, είναι για μια ακόμα βραδιά εξαιρετικός. Υπάρχει σαφής διάκριση των οργάνων, το μπάσο γκουβάρει, οι κιθάρες κυριολεκτικά κελαηδούνε και τα τύμπανα στρώνουν το χαλί όπου αναπτύσσονται όλα τα παραπάνω! Το Time Was διαδέχτηκε το Sometime World, ακριβώς όπως και στο δίσκο. Σκέφτηκα από μέσα μου ότι δεν μου αρέσει πολύ που κατά την πρόσφατη μόδα εκτέλεσης ενός ολόκληρου δίσκου ζωντανά, την οποία ακολουθούν αρκετά συγκροτήματα, τα τραγούδια εκτελούνται με τη σειρά που υπάρχουν στο δίσκο. Θα προτιμούσα να εκτελούνται όλα τα κομμάτια μεν, ανακατεμένα μέσα στο set όμως. Οι Ash μου έκαναν κατά κάποιο τρόπο τη χάρη, μιας και μετά έπαιξαν το The King Will Come! Πραγματικό highlight το συγκεκριμένο. Στη συνέχεια οι ρυθμοί έπεσαν με το Leaf And Stream και μετά το διάλειμμα επιστρέψαμε με …πόλεμο και συγκεκριμένα με Warrior ακολουθούμενο από το Throw Down The Sword. Κορύφωση και εδώ.
Το δεύτερο set έκλεισε με το αβανταδόρικο BlowinFree που είχε επιμελώς παραλειφθεί όταν ήρθε η σειρά του. Ο Martin μας κάλεσε να χορέψουμε και να πηδήσουμε γιατί ήταν η τελευταία μας ευκαιρία, και όντως το κοινό κάπως έτσι συμπεριφέρθηκε! Μετά το BlowinFree λοιπόν, τις εξιλεωτικές του διπλές κιθάρες και το τρομερό σόλο του ατημέλητου Ray Hatfield, το συγκρότημα αποσύρθηκε στα παρασκήνια. Αυτό κράτησε μόλις ένα λεπτό όμως, μιας και επέστρεψαν τάχιστα για να αποδώσουν τα κλασσικά Living Proof και Jail Bait. Κάπου εκεί η συναυλία έφτασε στο τέλος της. Αφού ευχαρίστησαν τους διοργανωτές που τους έφεραν, τους τεχνικούς που φρόντισαν τον ήχο και τα φώτα και εμάς που τους παρακολουθήσαμε, οι Wishbone Ash μας αποχαιρέτησαν οριστικά.

Συμπερασματικά, το κυριακάτικο βράδυ μου πέρασε πολύ ευχάριστα παρέα με τους Wishbone Ash, οι οποίοι έβγαλαν τίμια το ψωμί τους παίζοντας σχεδόν δύο ώρες στο μισογεμάτο Gagarin. Ο Martin Turner μας τα χάλασε κάποιες φορές φωνητικά, κυρίως σε ορισμένα απαιτητικά σημεία, όμως κατά τα λοιπά το μπάσο του ήταν σε φόρμα. Επίσης σε φόρμα ήταν ο κιθαρίστας Danny Willson, ο οποίος τα πήγε εξαιρετικά και στις πρώτες και στις δεύτερες φωνές που έκανε. Ο έτερος εξάχορδος της παρέας ήταν ο αξιαγάπητος Ray Hatfield, ο οποίος ήταν εξίσου τρομερός. Ο ντράμερ Dave Wagstaffe έκανε τη δουλειά του όπως ακριβώς έπρεπε. Σωστές επιλογές λοιπόν για τη στελέχωση της μπάντας όλοι τους. Εύχομαι να μας ξανάρθουν!

(Martin Turner’s) Wishbone Ash setlist:

Set I
Doctor
Blind Eye
Ballad Of The Beacon
Rock 'N' Roll Widow
Persephone
Diamond Jack
F.U.B.B.
The Way Of The World

Set II
Time Was
Sometime World
The King Will Come
Leaf And Stream
Warrior
Throw Down The Sword
Blowin' Free

Encore
Living Proof
Jail Bait

Κείμενο : Παντελής Κουρέλης
Φωτογραφίες: Παντελής Κουρέλης, Jaded